Γενετικές πτυχές του μωσαϊκού γνωρίσματος

Κατηγορία μωσαϊκό.

T2 ΑΡΣΕΝΙΚΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΩΣΑΪΚΟ

Μια απο τις δυό κατηγορίες πτερώματος πέραν του αρχέγoνου frost. Αν η πρώτη, του Εντονου τύπου,  ήταν μια μετάλλαξη, η Μωσαικού τύπου διαφοροποίηση είναι αποτέλεσμα υβριδισμού με το RED SISKIN. Η ιδιαιτερότητά της είναι ο σεξουαλικός διμορφισμός . Η διαφοροποίηση του φαινότυπου ανάμεσα στα δυό φύλλα. Τα πρότυπα περιγράφουν τον φαινότυπο Τ1 για τα θηλυκά και Τ2 για τα αρσενικά με την βασική διαφορά ανάμεσά τους στο κεφάλι αλλα και στην καθαρότητα του λευκού. Στο πρώτο χαρακτηριστικό τα αρσενικά έχουν την εκπληκτική μεγάλη κόκκινη μάσκα και στο δεύτερο τα θηλυκά έχουν το καθαρότερο λευκό της κιμωλίας. Το ενήλικο μωσαϊκό καναρίνι είναι Λευκό, εκτός

Τ1 ΘΗΛΥΚΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΩΣΑΪΚΟ

από τις περιοχές «σήμανσης» όπου το λιπόχρωμα εμφανίζεται πλήρως.

Αυτές οι περιοχές είναι.

  • Κεφάλι
  • Ώμοι
  • Γλουτοί
  • Στήθος

Μετά την πρώτη αλλαγή πτερώματος, η νέα ένδυση δείχνει το τυπικά λευκό (της κιμωλίας) φτέρωμα με όλες τις λιποχρωμικές ενδείξεις να είναι ορατές, με ένα εξαιρετικό βαθύ χρώμα.

-H αρχική βασική υπόθεση οτι ο φαινότυπος του μωσαϊκού στο καναρίνι, είναι η άμεση συνέπεια της συνδυασμένης δράσης ενός γονιδίου και του επιπέδου των ορμονών στο κάθε άτομο φαίνεται να είναι ακόμα κυρίαρχη παρ’ ότι σύγχρονες έρευνες έδειξαν οτι η δράση του «μεταλλαγμένου» γονιδίου έχει πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή απο αυτήν που νομίζαμε ώς τώρα. Η έρευνα συνέκρινε το γονιδίωμα του μωσαϊκού καναρινιού, που είναι σεξουαλικά διχρωμικό, με αυτό διαφορετικών ποικιλιών καναρινιών, χωρίς σεξουαλική διχρωμία και βρήκε μια αποκλίνουσα περιοχή στο DNA του πρώτου. Σε αυτήν την περιοχή υπάρχει ένα γονίδιο, το οποίο κωδικοποιεί ένα ένζυμο (Beta-Carotene Oxigenase 2, BCO2) που αποδομεί τις χρωστικές ουσίες. «Αυτό το γονίδιο εκφράζεται με μεγαλύτερη έμφαση στα θηλυκά και το ένζυμο BCO2 είναι πιο ενεργό, γι ‘αυτό δεν υπάρχει τόσο μεγάλη εναπόθεση χρωστικών στα θηλυκά»

Πάντως, στην πλειονότητα των πουλιών όπου το πτέρωμα των θηλυκών είναι διάφορο από αυτό των
αρσενικών, πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι στην δημιουργία του φαινοτύπου, εμπλέκεται και μια αλληλεπίδραση ορμονών  και γενετικών παραγόντων . Υπό αυτήν την έννοια, το μωσαϊκό αρσενικό καναρίνι δεν μπορεί να δείξει τον ίδιο μωσαϊκό φαινότυπο με το θηλυκό, καθώς οι ορμόνες του φύλου είναι εντελώς διαφορετικές. Η αλληλεπίδραση δηλαδή αυτών των στοιχείων  μεταξύ των δύο φύλων διαφέρει αισθητά . Πειράματα έχουν δείξει ότι η εξαφάνιση των ωοθηκών από ένα θηλυκό καναρίνι μωσαϊκού, οδηγεί σε έναν μη μωσαϊκό φαινότυπο μετά την επόμενη αλλαγή στο πτέρωμα.

Καθώς η κληρονομιά του μωσαϊκού οφείλεται στη δράση ενός αυτοσωμικού κυρίαρχου γονιδίου (ας  το ονομάσουμε Η), τα πουλιά με γονότυπο HH και Hh , θα πρέπει να εμφανίζουν τον ίδιο μωσαϊκό φαινότυπο. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό το γονίδιο έχει μια μεταβλητή έκφραση και τα γενικότερα κόκκινα σημεία  στα μωσαϊκά πουλιά, διαφέρουν ανάμεσα στα άτομα. Το αρχέγονο αλληλόμορφο h είναι υπεύθυνο για την απουσία διμορφισμού.  Αρα καμία αλληλεπίδραση δεν είναι δυνατή μεταξύ αυτού και των ορμονών του φύλλου. Τα ομοζυγωτά πουλιά hh , θα είναι τα γνωστά, μη μωσαϊκά καναρίνια. Τα καναρίνια άγριου τύπου ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία Frosted (παγωμένα-χιονέ) Είναι όμως σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η παρουσία αυτής της παγωμένης λευκής μπορντούρας δεν είναι ομοιογενής. Υπάρχουν περιοχές , οι οποίες δεν έχουν τη λευκή αυτή άκρη. Το φτερό είναι εντελώς κορεσμένο με καροτενοειδή και το χρώμα φυσικά φαίνεται αρκετά πιο έντονο. Αυτές είναι η μάσκα , οι επωμίδες και οι γλουτοί ( τυχαίο ; Σύγκριση με μωσαϊκό ) . Αντίστροφα, υπάρχουν περιοχές σώματος στις οποίες το παγωμένο αποτέλεσμα είναι ισχυρότερο, γίνεται δηλαδή πολύ πιο εμφανές, δίνοντας στο φτερό ένα ελαφρύτερο χρώμα (π.χ λαιμός).  Ετσι, ιδιαίτερα στα πουλιά μελανίνης, υπάρχει κάποιες φορές δυσκολία διάκρισης ανάμεσα σε χιονέ και σε ένα «κακό» μωσαϊκό. Η κοιλιά είναι ένα σημείο που στα μωσαϊκού τύπου υπάρχει απόλυτη έλλειψη λιποχρώματος.

Επίσης, το κυρίαρχο Εντονο πτέρωμα ( αλληλόμορφο Ι ) φαίνεται οτι ασκεί μια επιστατική δράση επι του Μωσαϊκού Η. Αυτός είναι ο λόγος που στα Εντονα δεν εκφράζεται καθόλου ο παράγοντας Μωσαϊκού. Στην προσπάθεια απόκτησης κάποιων χαρακτηριστικών, η γνώση αυτού, σημαίνει αποφυγή του ζευγαρώματος έντονο Χ μωσαϊκό μιας και το πρώτο είναι αναστολέας της έκφρασης του Μωσαϊκού.

Η συνηθέστερη πλέον αναπαραγωγική προσπάθεια γίνεται με την δημιουργία δύο σειρών μωσαϊκών φαινοτύπων. Μια για αναπαραγωγή Aρσενικών, με θηλυκά που φέρουν μεγάλη μάσκα και μιά για αναπαραγωγή Θηλυκών με αρσενικά που έχουν όσο το δυνατόν μικρότερη.